κρήνη


κρήνη
ἡ κρήνη источник; ключ (ср. криница)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "κρήνη" в других словарях:

  • κρήνη — η фиал, источник, чаша с водой, находящаяся во дворе перед дверьми храма, служащая для умовения (принадлежность византийской архитектуры), см. φιάλη Этим. < дргр. κράσνα < krasna < инд. krosno «источник» …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • κρήνη — well fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρήνη — Κατασκευή που από τα παλαιότερα χρόνια χρησίμευε για τη λήψη, τη συγκέντρωση και τη φύλαξη του νερού, του στοιχείου αυτού, το οποίο, ως φορέας της ζωής και της διατήρησής της, κατέκτησε ιδιαίτερη θέση στη ζωή και στη σκέψη των ανθρώπων. Η κ.,… …   Dictionary of Greek

  • κρήνῃ — κραίνω ṇ y aor subj mid 2nd sg (epic) κραίνω ṇ y aor subj act 3rd sg (epic) κρήνη well fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κρήνη — η πηγή, βρύση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κρήνη — Κρῆνος fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κρήνῃ — Κρῆνος fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ηλίου Κρήνη — Λίμνη της Αιγύπτου, Δ του Νείλου. Εκεί στάθμευσε ο Μέγας Αλέξανδρος όταν πήγαινε στο Μαντείο του Άμμωνα. Το νερό της ήταν πικρό …   Dictionary of Greek

  • Καλλιρόης, κρήνη της- — Βλ. λ. Εννεάκρουνος …   Dictionary of Greek

  • εννεάκρουνος — Κρήνη της αρχαίας Αθήνας που είναι γνωστή από διάφορα κείμενα. Η τοποθεσία και η ταύτισή της απασχόλησαν ιδιαίτερα τους αρχαιολόγους. Τελικά, με βάση τη συγκριτική μελέτη των σχετικών χωρίων που τη μνημόνευαν, έγινε αποδεκτό ότι οι συγγραφείς των …   Dictionary of Greek

  • κρήνηι — κρήνῃ , κραίνω ṇ y aor subj mid 2nd sg (epic) κρήνῃ , κραίνω ṇ y aor subj act 3rd sg (epic) κρήνῃ , κρήνη well fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)